Οι συγκάτοικοι

ανέκδοτο

Κάποια μέρα, αποφάσισε η μητέρα ενός φοιτητή που μένει και σπουδάζει στην Αθήνα, να έρθει να επισκεφτεί τον γιο της, τον Γιάννη. Με το που φτάνει στο διαμέρισμα, βλέπει και την συγκάτοικό του. Την κοιτάζει καλά-καλά, απ την κορυφή ως τα νύχια, με ένα βλέμμα μυστήρια εξεταστικό, και ταυτόχρονα ρίχνει και μία ματιά στον γιο της…

Αφού μητέρα και γιος τα λένε για λίγο, πηγαίνει στην κουζίνα η μαμά να ετοιμάσει το τραπέζι, για να φάνε και οι τρεις μαζί. Καθώς κάθονται στο τραπέζι, η μητέρα συνεχίζει να ρίχνει μυστήριες ματιές, μία στον γιο της, και μία στη συγκάτοικό του. Οπότε, σε κάποια στιγμή δεν κρατήθηκε άλλο ο γιος της, και της λέει:

– Μητέρα, ξέρω τι σκέφτεσαι, όμως εγώ και η Μαρία είμαστε ΜΟΝΟ ΦΙΛΟΙ, και συγκάτοικοι. ΤΙΠΟΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ!

Η μητέρα του, του απαντά:

– Παιδί μου, δεν είπα τίποτα εγώ. Μήπως είπα; Ας συνεχίσουμε λοιπόν το φαγητό μας, και ας ξεχάσουμε αυτήν την παρεξήγηση… αλήθεια, τι ωραία κουτάλα είναι αυτή! Είναι ασημένια; Απαντά η Μαρία και λέει:

«Ναι, είναι ασημένια, και μου την έχει δώσει η μητέρα μου. Είναι οικογενειακό κειμήλιο…» Τελειώνουν το φαγητό, και η μητέρα πηγαίνει να καθαρίσει την κουζίνα, ενώ οι δύο συγκάτοικοι βλέπουν τηλεόραση.

– Την επομένη το βράδυ, η μαμά αποχαιρετά τον γιόκα της και την Μαρία, και επιστρέφει στο χωριό της.

Μετά από δέκα μέρες, ψάχνει η Μαρία για την κουτάλα την ασημένια, το οικογενειακό κειμήλιο, αλλά άφαντη η κουτάλα. Έφαγε τον κόσμο, όμως τίποτα… Στο τέλος ρωτάει και τον Γιάννη:

«Αγάπη μου, μήπως είδες πουθενά την ασημένια κουτάλα; δεν μπορώ να την βρω πουθενά!». Ψάχνουν και οι δύο μαζί, όμως και πάλι τίποτα…
Οπότε λέει η Μαρία στον Γιάννη:

«Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω αγάπη μου, όμως η κουτάλα χάθηκε ενώ η μητέρα σου ήταν εδώ… δεν της τηλεφωνείς;»

«Καλώς αγάπη μου,» λέει ο Γιάννης, «αλλά καλύτερα να της γράψω. Θα της έρθει πιο μαλακά…»

Κάθεται και γράφει λοιπόν ο Γιάννης στην μητέρα του:
– Αγαπητή μητέρα… εδώ και δέκα μέρες, από την μέρα που έφυγες, ψάχνουμε η Μαρία κι εγώ την ασημένια κουτάλα, που αν θυμάσαι, είναι οικογενειακό της κειμήλιο… Δεν λέω πως εσύ πήρες την κουτάλα, αλλά δεν λέω πως δεν την πήρες επίσης. Απλώς σε ρωτάω για να μας λυθεί αυτή η απορία.
Με αγάπη, ο γιος σου.

Μετά από λίγες μόλις μέρες, παραλαμβάνει την απάντηση μέσω γράμματος επίσης, και ο Γιάννης από την μητέρα του, η οποία απάντηση έλεγε:

– Αγαπημένο μου παιδί…
Δεν λέω πως εσύ και η συγκάτοικός σου τα έχετε, αλλά δεν λέω πως δεν τα έχετε επίσης.. Αν όμως η Μαρία κοιμόταν στο δικό της το κρεβάτι, θα είχε βρει την ασημένια κουτάλα της κάτω από τα σκεπάσματα!
Με αγάπη, η μητέρα σου..

Διαβάστε περισσότερα ανέκδοτα!